ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΟΣ

Κωνσταντίνος Χολέβας

Πολιτικός Επιστήμων

 

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στα ελληνικά δελτία ταυτότητος ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενη. Είναι γνωστό ότι στο Δικαστήριο αυτό, το οποίο είναι όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης και όχι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επικρατεί μία πολύ προωθημένη αντίληψη περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία σε πολλές περιπτώσεις συγκρούεται με την πρακτική που ακολουθούν οι ευρωπαϊκές χώρες. Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει αυτές τις αντιφάσεις, οι οποίες ταλαιπωρούν και θα συνεχίσουν να ταλαιπωρούν τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό . Ας δώσουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Εδώ και πολλά χρόνια ο γερμανός πολίτης καλείται να αναγράψει προαιρετικά το θρήσκευμά του στην φορολογική του δήλωση, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο, και τούτο διότι έτσι εξυπηρετείται ο λεγόμενος θρησκευτικός φόρος. Το 9% του αναλογούντος φόρου αποδίδεται από το Γερμανικό Κράτος στην Εκκλησία ή άλλη θρησκευτική ομολογία, στην οποία ανήκει ο φορολογούμενος. Η απόφαση του ΕΔΑΔ λέγει ότι σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να αναγράφεται το θρήσκευμα σε οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο, άρα με βάση την απόφαση αυτή η Γερμανία εδώ και χρόνια παρανομεί! Όμως ουδείς Γερμανός πολίτης είχε προσφύγει μέχρι τώρα κατά της προαιρετικής αναγραφής, ενώ είναι βέβαιο ότι η Γερμανία θα συνεχίσει αυτή την πρακτική αδιαφορώντας για την απόφαση του ΕΔΑΔ, η οποία θεωρητικά έχει εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Μία άλλη χαρακτηριστική αντίφαση προκύπτει από την συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Αλβανίας για το Σύμφωνο Σταθερότητος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Όταν προ δύο ετών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισσιόν) απεφάσισε να αρχίσει την παροχή οικονομικής βοηθείας προς την Αλβανία, της έθεσε ορισμένους όρους. Ένας από αυτούς ήταν και η διενέργεια αντικειμενικής απογραφής του πληθυσμού, κατά την οποία πρέπει όλοι να δηλώσουν θρήσκευμα και εθνική καταγωγή ούτως ώστε να καταγραφούν και να προστατευθούν οι μειονότητες της χώρας. Εδώ, λοιπόν, έχουμε το εξής φαινόμενο εντυπωσιακής αντιφάσεως μεταξύ δύο ευρωπαϊκών θεσμών. Η μεν Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι με την δημόσια δήλωση και καταγραφή του θρησκεύματος προστατεύονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ενώ η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ για την ελληνική περίπτωση εκφράζει την άποψη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των μειονοτήτων!

Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι με την πρόσφατη απόφασή του το ΕΔΑΔ έρχεται σε αντίφαση ακόμη και με δικές του προηγούμενες αποφάσεις και συγκεκριμένα με την περίπτωση της δίκης « Όττο Πρέμιγκερ κατά Αυστρίας». Ο σκηνοθέτης Όττο Πρέμιγκερ είχε γυρίσει μία ταινία, η οποία έθιγε το θρησκευτικό αίσθημα των Καθολικών, που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία στην Αυστρία. Η Αυστριακή Κυβέρνηση απηγόρευσε την προβολή της ταινίας και ο Πρέμιγκερ προσέφυγε στο ΕΔΑΔ. Το Δικαστήριο δικαίωσε την Αυστριακή Κυβέρνησε και χαρακτήρισε νόμιμη την απαγόρευση της ταινίας με το σκεπτικό ότι η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας δεν κατοχυρώνει μόνο τα δικαιώματα των μειοψηφιών, αλλά και τον σεβασμό προς την θρησκευτική πίστη της πλειοψηφίας. Στην περίπτωση της Ελλάδος το ΕΔΑΔ λησμόνησε την προηγούμενη απόφασή του και αρνήθηκε να λάβει υπ’ όψιν του και το πρωτοφανές γεγονός της συγκεντρώσεως 3.008.000 υπογραφών από την Εκκλησία , γεγονός που κατέδειξε δημοκρατικότατα την βούληση του Ελληνικού λαού.

Αλλά και εντός Ελλάδος θα έχουμε νομικές και πρακτικές αντιφάσεις και θα φθάσουμε στο σημείο να κατοχυρώνεται υπέρ μειονοτήτων ένα δικαίωμα, το οποίο το Κράτος θα το αρνείται στην συντριπτική πλειοψηφία των Ορθοδόξων Χριστιανών. Συγκεκριμένα: Για να απαλλαγεί της ενόπλου θητείας ένας Μάρτυς του Ιεχωβά δηλώνει ενώπιον της Στρατολογικής Αρχής και επί δημοσίου εγγράφου τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Με βάση την απόφαση του ΕΔΑΔ θα πρέπει αυτή η πρακτική να σταματήσει, διότι η απόφαση απορρίπτει ακόμη και την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος επί παντός δημοσίου εγγράφου. Αν σταματήσει, λοιπόν, αυτή η δήλωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά τότε θα στερηθούν του δικαιώματος της αόπλου θητείας. Εάν, όμως, συνεχισθεί τότε θα έχουμε το εξής παράλογο φαινόμενο. Άτομα ανήκοντα σε θρησκευτική μειονότητα να δικαιούνται να δηλώνουν το θρήσκευμά τους επί δημοσίου εγγράφου και μάλιστα να ανταμείβονται με ευνοϊκή θητεία (λούφα σε νοσοκομείο), ενώ οι ανήκοντες στην αποδεδειγμένη πλειοψηφία, δηλαδή οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, θα στερούνται του δικαιώματος προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματός τους στην αστυνομική ταυτότητα . Πλήρης γελοιοποίηση του κράτους Δικαίου και της ισονομίας των πολιτών! Και ας σημειώσουμε ότι δεν είναι μόνον η περίπτωση της εναλλακτικής θητείας. Είναι και τα παιδιά των Μουσουλμάνων της Θράκης, τα οποία δηλώνουν εγγράφως ενώπιον Δημοσίας Αρχής το θρήσκευμά τους για να εισαχθούν άνευ εξετάσεων στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Αυτοί θα έχουν το δικαίωμα αναγραφής του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, ενώ οι Ορθόδοξοι δεν θα το έχουν ακόμη και αν το θέλουν, ακόμη και αν τους χρειάζεται ως αποδεικτικό στοιχείο π.χ. για να γίνουν ανάδοχοι σε μία βάπτιση. Οι πανηγυρίζοντες για την απόφαση ας μας εξηγήσουν κατά πόσον αυτή η υποβάθμιση της Ορθοδόξου πλειονότητος συμβαδίζει με την έννοια της Δημοκρατίας!

 

Κ.Χ. 27/12/2002

< Τύπος της Κυριακής 5/1/2003 >

 


http://antibaro.gr